Το διπλό δοκάρι με Λαγιούνι και Μπάγιτς (23’) συμπυκνώνει την ιστορία του αγώνα, καθώς η ΑΕΚ βρήκε την ποιότητα για να δημιουργήσει φάσεις, χωρίς όμως και την καθαρότητα στην τελική ενέργεια που απαιτείται σε ευρωπαϊκές βραδιές τέτοιου είδους. Στο δεύτερο μέρος, η εικόνα παρέμεινε αντίστοιχη, πρόθεση για πρωτοβουλία, αλλά χωρίς την ποδοσφαιρική ηρεμία στη διαχείριση ρίσκου. Η κόκκινη του Βαν Ντερ Χορν (75’) σε σημείο όπου το ματς χρειαζόταν ψυχραιμία, έδωσε στη Μπεϊτάρ ένα πολύτιμο αριθμητικό πλεονέκτημα, το οποίο η ισραηλινή ομάδα αξιοποίησε υποδειγματικά στην επόμενη φάση.
Το φάουλ που ήταν ένα «ποίημα» του Καραμπαλί (77’) ήταν μια όμορφη εκτέλεση, αλλά και η φάση που αποτυπώνει πώς σε αυτό το επίπεδο, μια στιγμή ατομικής ποιότητας αρκεί για να γείρει την πλάστιγγα, όταν ο αντίπαλος δεν έχει προηγηθεί στις δικές του ευκαιρίες. Η ρεβάνς στο «Ilie Oană» του Πλοϊέστι στη Ρουμανία μόνο απλή υπόθεση δεν είναι, διότι η αντίπαλος έχει ποιότητα.
Ουδέτερο γήπεδο, αλλά συνθήκες πραγματικού εκτός έδρας, ταξίδι, προσαρμογή σε νέα δεδομένα, πίεση από το σκορ και μια Μπεϊτάρ που ξέρει να περνάει μέσα από κλειστά παιχνίδια και να «κτυπά» στην κατάλληλη στιγμή. Η ΑΕΚ οφείλει να εμφανιστεί πιο κυνική στην επίθεση, με καλύτερη διαχείριση συναισθήματος και ρίσκου, αν θέλει να ανατρέψει το 0-1 του πρώτου αγώνα. Το ζητούμενο για τους Λαρνακείς πέραν από την πρόκριση είναι η απόδειξη ότι μπορούν να επιβάλλουν το δικό τους ευρωπαϊκό παιχνίδι σε δύσκολες και «αφιλόξενες» έδρες.
